καταβεβλημένως

καταβεβλημένως, Adv. [tense] pf. part. [voice] Pass. of καταβάλλω,
A contemptibly, Isoc.15.305.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • καταβεβλημένως — (Α) επίρρ. με πολύ περιφρονητικό τρόπο, περιφρονημένα, με καταφρόνηση. [ΕΤΥΜΟΛ. < καταβεβλημένος μτχ. παθ. παρακμ. τού καταβάλλω)] …   Dictionary of Greek

  • καταβεβλημένως — καταβάλλω throw down perf part mp masc acc pl (epic doric) καταβεβλημένως contemptibly indeclform (adverb) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.